Το 2020 αναμφίβολα θα μείνει στις μνήμες μας για πολλούς αρνητικούς λόγους και καταστάσεις οι οποίες δεν έχουν να κάνουν με το μπάσκετ. Πάμε όμως και στα μπασκετικά και για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι στα του Παναθηναικού,την χρονιά αυτή θα την θυμούνται και οι φίλοι του τριφυλλιού αλλά σίγουρα θα θέλουν να την ξεχάσουν και μάλιστα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Η απόφαση του Δημήτρη Γιαννακόπουλου στα μέσα Ιουνίου να απεμπλακεί από τα κοινά της ΚΑΕ και να βάλει πωλητήριο στις μετοχές έθεσε το τμήμα μπάσκετ του συλλόγου προς μιας ασυνήθιστης και πρωτόγνωρης για το τμήμα κατάστασης. Με διοικητική τριάδα που θα προσπαθούσε να κάνει την μετάβαση όσο πιο ομαλή γινόταν τόσο αγωνιστικά όσο και εξωαγωνιστικά, η επιλογή Αλβέρτη και Διαμαντίδη συσπείρωσε τον κόσμο γύρω από την  ομάδα κια οι ορθολογικές(όπως φαινόντουσαν) επιλογές παιχτών το καλοκαίρι έκανα τους φίλους του τριφυλλιού να αισιοδοξούν ενόψει μιας πολύ δύσκολης σεζόν.

Η αγωνιστική εικόνα των πρασίνων στο πρώτο Ελληνικό Super Cup έκρουσε τα πρώτα αγωνιστικά καμπανάκια μιας και οι αδυναμίες σε αλλαγές στην άμυνα και στο σκοράρισμα στην επίθεση ήταν εμφανείς. Το διπλό στην Μόσχα επί της Khimki έφερε την απαιτούμενη ηρεμία στην ομάδα και ακόμα και μετά την ήττα στο ντέρμπι των “αιωνίων” οι μετέπειτα εμφανίσεις του “τριφυλλιού” στην έδρα της Barcelona αλλά ακόμα και οι ήττες από CSKA και Efes ήρθαν στις λεπτομέρειες και μάλιστα οι πράσινοι θα μπορούσαν να είχαν κάνει το 2/3 σε αυτά τα παιχνίδια αν όχι και το 3/3. Και μετά η κατάρρευση η διαβολοεβδομάδα σε Βαλένθια και Βιτόρια εξέθεσε αγωνιστικά το τριφύλλι καθώς έβγαλε στο φως αρκετές παθογένειες αγωνιστικές και μη των πρασίνων οι οποίες περίμεναν να αποκαλυφθούν την χειρότερη δυνατή στιγμή, όταν το τριφύλλι έμπαινε σε μι αγωνιστική σειρά.

Η κατά κράτος νίκη επί της Bayern και το ψυχωμένο διπλό στο Μιλάνο δυστυχώς δεν κατάφεραν να δώσουν ψυχολογία στην ομάδα και σε συνδυασμό με την κατά κράτος επικράτηση της Zalgiris στο ΟΑΚΑ αλλά και την ήττα παρά την υπερπροσπάθεια στην παράταση από την Real έριξαν την ήδη πεσμένη ψυχολογία των παιχτών του τριφυλλιού ακόμα πιο πολύ και η Maccabi με τον Ερυθρό Αστέρα σήμερα ήρθαν για να πάνε τους παίχτες του Βόβορα ψυχολογικά αλλά και βαθμολογικά ΣΤΑ ΤΑΡΤΑΡΑ. Οι εν Ελλάδι νίκες πλέον δεν αποτελούν παρηγοριά για τους φίλους της ομάδας και ούτε και για την ομάδα την ίδια, αφού τα παιχνίδια που κάποτε έδιναν ψυχολογία στην ομάδα πλέον φαίνεται πως αντιμετωπίζονται ως τυπικές αγγαρείες και πιο πολύ ρουφάνε ενέργεια από την ομάδα παρά της δίνουν ψυχολογία και αγωνιστική ετοιμότητα. 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Marcus Foster ο οποίος μετά το παιχνίδι με την Βarcelona έχει εξαφανιστεί τόσο στην Euroleague αλλά αφήνει να περνάνε και ανεκμετάλλευτες οι ευκαιρίες που του δίνει ο Βόβορας στην Ελλάδα αφού τα στατιστικά του προκαλούν ζαλάδα και όχι ευχάριστη αφού ο Αμερικανός στην Ελλάδα σουτάρει με το χαμηλό 31.8% εντός πεδιάς σκοράροντας μόλις 10 πόντους ανά αγώνα και μέχρι στιγμής δεν έχει δικαιώσει τις προσδοκίες ούτε τις διοίκησης, ούτε του staff με τις φωνές για αντικατάσταση να πληθαίνουν. Σε αντίθετη πορεία κινείται ο Γιώργος Καλαιτζάκης ο οποίος τραβάει από τα μαλλιά τις ευκαιρίες που παίρνει στην Ελλάδα και δείχνει πως μπορεί να κάνει το step up και να βοηθήσει δίνοντας πολύτιμες λύσεις στην ομάδα και στην Ευρώπη όποτε χρειαστεί.

Ο Nemanja Nedovic επίσης δείχνει να είναι ο παίχτης ο οποίος ονειρεύτηκαν το καλοκαίρι οι πράσινοι φίλαθλοι καθώς θυμίζει τον παίχτη που γνωρίσαμε μέσω της Malaga αλλά πιο ώριμο και πιο έτοιμο να βγει μπροστά και να αναλάβει ευθύνες. Δυστυχώς όμως δεν γίνεται να μονοπωλεί εκείνος συνέχεια στην επίθεση κάτι το οποίο αποδείχθηκε περίτρανα στο Τελ-Αβίβ σε ένα παιχνίδι που ο Σέρβος σκόραρε 39 πόντους όμως οι συμπαίκτες του δεν μπόρεσαν να τον βοηθήσουν με αποτέλεσμα η ομάδα να ηττηθεί και παρά την εξωπραγματική εμφάνιση του Σέρβου guard

Εν κατακλείδι οι πράσινοι βρίσκονται μπροστά σε ένα αγωνιστικό τέλμα από το οποίο δείχνουν να μην μπορούν να ξεφύγουν ότι και να κάνουν όσο και να προσπαθούν. Το μόνο που μένει να δούμε είναι αν με την νέα χρονιά θα αλλάξουν και αυτές οι “κακές” συνήθειες της ομάδας του Γιώργου Βόβορα ή αν θα παραμείνουν και θα διογκώνονται κάνοντας την ομάδα ακόμα πιο στάσιμη και προβλέψιμη προς τους αντιπάλους της τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα