8 Νοεμβρίου 2016.

Chicago.
Κρύο. Πολύ κρύο.

Οι Orlando Magic έχουν προσγειωθεί εδώ και λίγη ώρα στο Illinois, με τον αναπληρωματικό τους center, τον Bismack Biyombo, να διαπιστώνει μόλις έχει ξεπακετάρει στο δωμάτιό του πως έχει ξεχάσει τον φορτιστή του κινητού του στη Florida.

Βάσανο.
Σηκώνεται από το κρεβάτι, πετάει τυχαία ζεστά ρούχα πάνω του, βάζει πρόχειρα πρόχειρα τα πρώτα παπούτσια που βρήκε μπροστά του και βγαίνει έξω από το ξενοδοχείο, ψάχνοντας ένα κατάστημα με φορτιστές.

Ενόσω περπατούσε λοιπόν, ψάχνοντας τη λύτρωσή του, βλέπει στο πεζοδρόμιο έναν άστεγο άντρα να προσπαθεί μάταια να ζεσταθεί σε μια από τις πιο κρύες πόλεις της χώρας.

Δίχως να το σκεφτεί ιδιαίτερα, τον πλησιάζει και χωρίς πολλά λόγια τον βοηθάει να σηκωθεί από το βρεγμένο δάπεδο.
Και ενόσω είναι έτοιμος να βάλει το χέρι βαθιά στην τσέπη και να του χαρίσει μερικά χρήματα, μια άλλη ιδέα έρχεται στο μυαλό του Biz.

Χαμογελάει πλατιά στον άστεγο, ο οποίος στέκει απορημένος μέσα στον παγετό, τον παίρνει σχεδόν από το χέρι και περπατούν μαζί στα σπλάχνα του Chicago.

Μιλούν, τον κάνει να γελάει, τον κάνει να ξεχαστεί.
Και λίγο μετά, μπαίνουν στο πρώτο εστιατόριο που συναντούν.

Με το που βλέπει τον άνδρα ντυμένο έτσι δίπλα στον παίκτη του ΝΒΑ, η ασφάλεια κατευθύνεται επιθετικά προς το μέρος του και σχεδόν τον σπρώχνουν δια της βίας έξω από τον χώρο.
Τότε όμως, ένα πελώριο χέρι, αυτό του Biyombo, χώνεται με δύναμη και θυμό στην πράξη, και χωρίς να ανοίξει το στόμα του κάνει αντιληπτό πως έχουν έρθει παρέα, μια παρέα που δεν είναι πρόθυμος να χάσει.

 

 

Αν φύγει από το μυαλό μας τι συμβαίνει πραγματικά, οι δύο τους τρώνε και πίνουν σαν δύο παλιόφιλοι που κατάφεραν επιτέλους να ειδωθούν μετά από πολλά πολλά χρόνια.
Συζητούν, και με τα πολλά μαθαίνει πως ο άστεγος τα έχασε όλα όταν έπεσε σε κώμα πριν μερικά χρόνια και η γυναίκα του τον παράτησε αρπάζοντας ό,τι είχε και δεν είχε, με τον μεσήλικα να κλαίει σαν παιδί τη στιγμή της διήγησης αυτής μπροστά σε έναν άγνωστο που επιτέλους του αποδεικνύει πως η ανθρωπιά υπάρχει πραγματικά και δε μένει μόνο στα παραμύθια.

Ήρθε πια η ώρα να χωρίσουν οι δρόμοι τους.
Βγαίνουν από το εστιατόριο, δίνουν τα χέρια και τα σφίγγουν καλά.
Αρκεί περισσότερο από τα λόγια.

Ο Biyombo χαμογελάει αληθινά για μια τελευταία φορά και γυρίζει για να συνεχίσει το ταξίδι του φορτιστή, που άθελά του τον βοήθησε να βοηθήσει κάποιον που υπέφερε εδώ και καιρό να υψώσει ξανά το ανάστημά του.

Όπως και νωρίτερα όμως, ένα χέρι μπαίνει δυνατά και απότομα και σταματάει την πράξη.
Ήταν αυτό του νέου του φίλου.

Αμέσως, χώνεται στην αγκαλιά του πελώριου Κονγκολέζου και αρχίζει ξανά να κλαίει.

Αυτή τη φορά περισσότερο.
Αυτή τη φορά όχι από πίκρα.

Κανείς δε ξέρει από τι ήταν, αλλά τα ξεχωρίζεις αυτά τα δάκρυα.

Όπως όταν ένα σκυλάκι μοναχό και έρημο βλέπει δύο μάτια να του δίνουν νερό και αγάπη.
Όπως όταν μια μητέρα αγκαλιάζει τον γιο της που κατάφερε αυτό που ήθελε να καταφέρει.

Αγκάλιασε τον Biz αληθινά και έπειτα γύρισε να φύγει.

Τα φετινά είναι τα πρώτα του γενέθλια χωρίς τον αγαπημένο του πατέρα, του ανθρώπου που δε δίστασε να περάσει στο παιδί του τη δική του οπτική για τον κόσμο.
Την πιο όμορφη, την πιο καλοσυνάτη.

Ωστόσο, όσο στενάχωρη και αν είναι η απουσία και όσο ακατόρθωτο και αν είναι να τον δει έστω και για μια μέρα ξανά, θα πρέπει να νιώθει πολύ χαρούμενος για τον γιο του, που δε ξεχνάει ποτέ τις αφρικανικές του ρίζες και προσφέρει συχνά στη μαμά πατρίδα ποικιλοτρόπως.

Μπορεί να μην είναι ο καλύτερος παίκτης του κόσμου, αλλά όσο προσπαθεί να τον κάνει ένα καλύτερο μέρος όπου θα χωράνε όλοι ανεξαιρέτως ειρηνικά, τότε τίποτα άλλο δεν πρέπει να έχει σημασία.

Το Σάββατο, ο Bismack Biyombo έγινε 29 ετών!