4 Ιουλίου 2021.
Η Ελλάδα έχει μόλις προκριθεί στο μεγάλο τελικό του Προολυμπιακoύ τουρνουά της Βικτώρια, έχοντας κατατροπώσει την Τουρκία στα ημιτελικά παρά το γεγονός πως ήταν συνεχώς πίσω στο σκορ στο πρώτο ημίχρονο.

Θρίαμβος.
Αυτή ήταν η λέξη που περιέκλειε όσο καμία άλλη τη νίκη της Εθνικής μας ομάδας κόντρα σε μια αρκετά καλή ομάδα με πολλές πηγές σκορ, size και ικανότητα στο μακρινό σουτ.

Τα social media της χώρας παραλύουν στο έλεος της σπουδαίας αυτής επιτυχίας, που σε συνδυασμό με τον αποκλεισμό του μεγάλου φαβορί Καναδά είχε τονώσει το ηθικό των Ελλήνων για μια πρόκριση στο Τόκιο, την πρώτη Ολυμπιάδα από το μακρινό 2008 στο Πεκίνο της Κίνας και την πιο πετυχημένη γενιά από αυτή των Γκάλη- Γιαννάκη στα τέλη των ’80ς.

Αγωνία, χαρά, πίστη.

Και μετά όλα άλλαξαν.

5 Ιουλίου 2021.
Η Ελλάδα διασύρεται με χαρακτηριστική άνεση από την Τσεχία στον τελικό του τουρνουά, με το τελικό σκορ (97-72) να συνοψίζει άρτια τον ρου της ιστορίας του αγώνα, όπου πάψαμε να υπάρχουμε ποιοτικά στο γήπεδο μετά και το 25′, με τη διαφορά να ξεφεύγει και να ξεπερνάει μάλιστα και τους 30 πόντους, σε μια πικρή εμφάνιση που δεν ήταν αντάξια της κληρονομιάς, της ομάδας και του χαρακτήρα μας.

Ο προαναφερθέντας θρίαμβος δεν υπάρχει πια.

Ειρωνικά σχόλια για τους ανθρώπους που μια μόλις ημέρα πριν είχαν γίνει Θεοί, επιθέσεις, διχόνοια, μίσος και κακία.

Προφανώς, η Ελλάδα -βάσει των συνθηκών από τα ημιτελικά- απέτυχε να πάρει την ίσως πιο τρανή πρόκρισή της από τη γενιά των Διαμαντίδη, Σπανούλη, Παπαλουκά και Ζήση, προφανώς δεν ήταν αυτή που έπρεπε, προφανώς έκανε λάθος τα περισσότερα από αυτά που επιχείρησε, προφανώς εμφανίστηκε δίχως πλάνο και τάση για εκσυγχρονισμό (spacing, ball movement, transition).

Αξίζει όμως, τέτοια αντιμετώπιση;
Αξίζει την κακία, το ξέσπασμα και τον ξεπεσμό;

Μάλλον όχι.

Είναι αποδεκτά τα όποια νεύρα, ο όποιος θυμός, η όποια ξενέρα.
Αλλά δε γίνεται να αποδεκτεί κανείς υγιής φίλαθλος τη… διπολικότητα που επικρατεί ανά την επικράτεια για μια ομάδα που μέχρι χθες ήταν η καλύτερη εξωτερική πολιτική της χώρας και παρά τη σωρεία προβλημάτων που αντιμετώπισε κατάφερε να φτάσει σε έναν παγκόσμιο -έστω και ταπεινό- τελικό.

Η Ελλάδα απέτυχε να προκριθεί στο Τόκιο.
Ας μην αποτύχουμε και εμείς, ας δώσουμε και πάλι νόημα στα ξενύχτια, στους καφέδες που παλεύουν να κρατήσουν τα μάτια μας ανοιχτά παρά τις ορμές ύπνου τους, στα ξυπνητήρια που τσιρίζουν πεισματικά και χαλούν τη σιωπή της νύχτας.

Ας μην αποτύχουμε για μας, όχι για μια αρμάδα, όχι για μια χώρα, όχι για μια σημεία.
Για μας.

Ο σύντροφός μας δεν είναι καλός τη μια μέρα και κακός την άλλη.
Οι γονείς μας δεν είναι αδιάφοροι από το ένα πρωινό στο άλλο.
Οι παρέες δε γίνονται βαρετές από το ένα βράδυ στο άλλο.

Σίγουρα, περνάμε κρίσεις.
Όλοι μας.

Αναρωτιόμαστε για μας, για σας, για αυτούς, για όλους.
Έχουμε προβλήματα, άγχη και προβληματισμούς.

Αλλά ας μην κατσαδιάζουμε αυτά που μας κρατάνε ζωντανούς.

Γιατί περάσαμε τόσα βράδια ξάγρυπνοι;
Γιατί θα περνούσαμε ακόμα περισσότερα;
Γιατί θα αφήναμε τις δουλειές μας τα πρωινά ξεκλέβοντας μερικές ματιές στους αγώνες μας στο Τόκιο;

Διότι αγαπάμε.

Αγαπάμε με τον ίδιο τρόπο που κάνουμε δώρα στην κοπέλα μας.
Αγαπάμε με τον ίδιο τρόπο που αγκαλιάζουμε το αγόρι μας.
Αγαπάμε με τον ίδιο τρόπο που μισούμε να χάνουμε έναν δικό μας.

Αγαπάμε την εθνική, αγαπάμε το μπάσκετ.

Με ανιδιοτέλεια, ταπεινότητα και όραμα.
Γιατί αυτό κάναμε πάντα, γιατί αυτό ξέρουμε να κάνουμε.

Και αν πούμε και μια κουβέντα παραπάνω, ας φωνάξουμε ένα εσωτερικό συγνώμη, να σκύψουμε νοητά το κεφάλι και ας απλώσουμε νοητά το χέρι και να σφίξουμε πάνω μας ό,τι ξεχωρίζει τη ζωή από την επιβίωση.

Γιατί η αγάπη δίνει, δε ζητάει.
Και δε κρίνεται με το πόσα απολαμβάνουμε, αλλά με το πόσα απολαμβάνει το στήριγμά μας.